Έφυγες από την Ελλάδα για να σπουδάσεις, να εργαστείς, να δημιουργήσεις τη δική σου οικογένεια ή απλώς για να χτίσεις τη ζωή που ήθελες.
Κι όμως, μαζί με όλα όσα δημιούργησες μπορεί να υπάρχει ένα συναίσθημα που επιστρέφει ξανά και ξανά: η ενοχή.
Μπορεί να εμφανίζεται όταν οι γονείς σου σε χρειάζονται και δεν μπορείς να είσαι εκεί. Όταν τους ακούς κουρασμένους στο τηλέφωνο. Όταν κάποιος αρρωσταίνει. Όταν περνούν οι γιορτές χωρίς εσένα. Ή απλώς όταν συνειδητοποιείς ότι μεγαλώνουν κι εσύ βρίσκεσαι εκατοντάδες ή χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά.
Και τότε μπορεί να εμφανιστεί η σκέψη: «Μήπως δεν θα έπρεπε να είχα φύγει;»
Γιατί μπορεί να νιώθω ενοχές ενώ δεν έχω κάνει κάτι «λάθος»;
Η ενοχή δεν εμφανίζεται μόνο όταν έχουμε κάνει κάτι που θεωρούμε λανθασμένο.
Μπορεί να εμφανιστεί όταν αισθανόμαστε ότι δεν ανταποκρινόμαστε σε μια προσδοκία, σε έναν ρόλο ή σε μια υποχρέωση που θεωρούμε ότι έχουμε απέναντι σε κάποιον σημαντικό για εμάς.
Στις οικογενειακές σχέσεις, αυτές οι προσδοκίες μπορεί να είναι πολύ βαθιά ριζωμένες.
Ίσως μεγάλωσες με την πεποίθηση ότι τα παιδιά πρέπει να βρίσκονται κοντά στους γονείς τους. Ότι όταν μεγαλώσουν θα είναι εκεί για να τους φροντίσουν. Ότι η οικογένεια πρέπει να παραμένει ενωμένη.
Ή μπορεί κανείς να μη σου το είπε ποτέ ξεκάθαρα, αλλά να το έμαθες μέσα από τον τρόπο που λειτουργούσε η οικογένειά σου.
Έτσι, η απόφαση να ζήσεις στο εξωτερικό μπορεί να δημιουργήσει μια εσωτερική σύγκρουση:
«Έχω δικαίωμα να ζήσω τη δική μου ζωή, αλλά τι σημαίνει αυτό για τους ανθρώπους που αφήνω πίσω;»
Η έρευνα γύρω από τις οικογένειες που ζουν σε διαφορετικές χώρες έχει καταγράψει ότι ενήλικα παιδιά που βρίσκονται μακριά από τους γονείς τους μπορεί να βιώνουν ενοχή, ανησυχία ή αίσθημα αδυναμίας, ιδιαίτερα όταν αισθάνονται ότι δεν μπορούν να προσφέρουν τη φροντίδα που θα ήθελαν λόγω της απόστασης.
Όταν οι γονείς μεγαλώνουν και εσύ είσαι στο εξωτερικό
Η απόσταση μπορεί να αποκτήσει διαφορετικό βάρος όσο περνούν τα χρόνια.
Ένα τηλεφώνημα που κάποτε ήταν απλώς μέρος της καθημερινότητας μπορεί ξαφνικά να σε κάνει να συνειδητοποιήσεις ότι η φωνή του πατέρα ή της μητέρας σου έχει αλλάξει.
Μια εξέταση, ένα πρόβλημα υγείας ή ακόμη και μια μικρή δυσκολία στην καθημερινότητά τους μπορεί να γεννήσει σκέψεις όπως:
- «Κι αν συμβεί κάτι και δεν προλάβω να είμαι εκεί;»
- «Ποιος θα τους βοηθήσει όταν με χρειαστούν;»
- «Μήπως θα έπρεπε να επιστρέψω;»
- «Είναι σωστό να ζω τόσο μακριά τώρα που μεγαλώνουν;»
Η έρευνα για τη φροντίδα ηλικιωμένων γονέων από ενήλικα παιδιά που ζουν σε άλλη χώρα δείχνει ότι η φροντίδα συνεχίζει να υπάρχει παρά τη γεωγραφική απόσταση. Μπορεί να παίρνει τη μορφή συχνής επικοινωνίας, οικονομικής βοήθειας, οργάνωσης πρακτικών ζητημάτων, επισκέψεων ή συντονισμού της φροντίδας από μακριά.
Η φυσική απουσία, επομένως, δεν σημαίνει απαραίτητα και συναισθηματική απουσία.
«Οι γονείς μου στενοχωριούνται που έφυγα»
Μερικές φορές η ενοχή δεν γεννιέται μόνο από όσα συμβαίνουν.
Γεννιέται και από όσα πιστεύουμε ότι αισθάνονται οι άλλοι εξαιτίας των επιλογών μας.
Μπορεί να γνωρίζεις ότι η μητέρα σου θα ήθελε να σε βλέπει περισσότερο. Ότι ο πατέρας σου θα προτιμούσε να ζεις πιο κοντά. Ότι οι γιορτές δεν είναι ίδιες όταν λείπεις.
Και ίσως κάπου μέσα σου η στενοχώρια τους να μεταφράζεται σε προσωπική ευθύνη:
«Αφού στενοχωριούνται επειδή λείπω, εγώ τους προκαλώ αυτή τη στενοχώρια.»
Εδώ όμως υπάρχει μια σημαντική διάκριση.
Μπορούμε να αγαπάμε τους γονείς μας, να αναγνωρίζουμε τη λύπη τους και να νοιαζόμαστε βαθιά για όσα αισθάνονται, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι είμαστε υπεύθυνοι να απομακρύνουμε κάθε δύσκολο συναίσθημά τους.
Η αγάπη και η ευθύνη δεν είναι πάντα το ίδιο πράγμα.
Πού τελειώνει η αγάπη και πού αρχίζει η υποχρέωση;
Αυτό δεν είναι πάντα εύκολο να απαντηθεί.
Οι σχέσεις με τους γονείς μας έχουν ιστορία. Μέσα σε αυτές έχουμε μάθει τι σημαίνει φροντίδα, εγγύτητα, προσφορά, καθήκον και αποχωρισμός.
Για έναν άνθρωπο, το να τηλεφωνεί καθημερινά στους γονείς του μπορεί να είναι μια αυθόρμητη έκφραση αγάπης.
Για κάποιον άλλο, η ίδια πράξη μπορεί να συνοδεύεται από άγχος:
«Αν δεν τηλεφωνήσω, θα στενοχωρηθούν.»
«Αν περάσω καλά ενώ εκείνοι είναι μόνοι, είμαι εγωιστής/εγωίστρια.»
«Αν δεν επιστρέψω, τους εγκαταλείπω.»
Το σημαντικό δεν είναι να αποφασίσουμε ποια συμπεριφορά είναι «σωστή». Είναι να αρχίσουμε να παρατηρούμε τι βρίσκεται πίσω από αυτήν.
Κάνω κάτι επειδή το επιλέγω και με εκφράζει ή επειδή φοβάμαι τι θα συμβεί αν δεν το κάνω;
Γιατί ένα τηλεφώνημα από την Ελλάδα μπορεί να με αναστατώσει τόσο;
Μερικές φορές αρκεί μία φράση.
«Μας λείπεις.»
«Πότε θα έρθεις;»
«Τώρα που μεγαλώσαμε, ποιος θα είναι εδώ;»
Ακόμη κι αν δεν λέγονται με πρόθεση να δημιουργήσουν ενοχή, μπορεί να αγγίζουν κάτι πολύ βαθύτερο μέσα μας.
Γιατί κάθε οικογένεια έχει τον δικό της τρόπο να σχετίζεται με την απόσταση και τον αποχωρισμό.
Σε κάποιες οικογένειες η αυτονομία ενθαρρύνεται. Σε άλλες, η απομάκρυνση μπορεί να βιώνεται ως απειλή για τη σύνδεση.
Και κάποιες φορές ένα σημερινό τηλεφώνημα μπορεί να ενεργοποιήσει πολύ παλιότερα συναισθήματα: την ανάγκη να μη στενοχωρούμε τους άλλους, τον φόβο ότι θα απογοητεύσουμε τους γονείς μας ή την αίσθηση ότι πρέπει να φροντίζουμε πρώτα τις ανάγκες των άλλων.
Τότε το θέμα δεν είναι πλέον μόνο η απόσταση ανάμεσα σε δύο χώρες. Αφορά και τον τρόπο με τον οποίο έχουμε μάθει να υπάρχουμε μέσα στις σημαντικές μας σχέσεις.
Μπορώ να αγαπώ την οικογένειά μου και ταυτόχρονα να επιλέγω τη δική μου ζωή;
Ίσως αυτό είναι ένα από τα δυσκολότερα ερωτήματα.
Γιατί συχνά το βιώνουμε σαν να πρέπει να διαλέξουμε: ή τους άλλους ή εμάς.
Όμως η ενηλικίωση περιλαμβάνει και τη σταδιακή διαμόρφωση μιας ζωής που είναι δική μας.
Αυτό δεν σημαίνει ότι σταματάμε να αγαπάμε, να ενδιαφερόμαστε ή να φροντίζουμε τους ανθρώπους από τους οποίους προερχόμαστε.
Σημαίνει ότι χρειάζεται να βρούμε έναν τρόπο να παραμένουμε συνδεδεμένοι μαζί τους χωρίς κάθε προσωπική επιλογή να βιώνεται ως εγκατάλειψη.
Και αυτή η ισορροπία μπορεί να είναι διαφορετική για κάθε άνθρωπο και κάθε οικογένεια.
«Μήπως πρέπει να γυρίσω στην Ελλάδα;»
Για κάποιους ανθρώπους η επιστροφή είναι μια πραγματική επιθυμία. Για άλλους εμφανίζεται κυρίως όταν η ενοχή γίνεται πιο έντονη.
Γι’ αυτό ίσως έχει αξία να ξεχωρίσουμε δύο διαφορετικές ερωτήσεις:
«Θέλω να επιστρέψω;» και «Νιώθω ότι πρέπει να επιστρέψω για να μη νιώθω ενοχές;»
Μπορεί η απάντηση τελικά να είναι η ίδια. Μπορεί και όχι.
Το σημαντικό είναι μια τόσο μεγάλη απόφαση να μπορεί να εξεταστεί με χώρο για τις δικές σου ανάγκες, επιθυμίες και σχέσεις, και όχι αποκλειστικά μέσα από την πίεση ενός δύσκολου συναισθήματος.
Όταν η ενοχή έχει μεγαλύτερη ιστορία από τη μετανάστευση
Η ζωή στο εξωτερικό μπορεί να κάνει την ενοχή πιο ορατή.
Δεν σημαίνει όμως απαραίτητα ότι τη δημιούργησε.
Ίσως υπήρχε ήδη δυσκολία να λες «όχι». Ίσως από μικρός ένιωθες ότι έπρεπε να προστατεύεις τους άλλους από τη στενοχώρια. Ίσως η αποδοχή μέσα στην οικογένεια συνδέθηκε με το να είσαι «το καλό παιδί», να μη δημιουργείς προβλήματα ή να ανταποκρίνεσαι στις προσδοκίες.
Τότε η γεωγραφική απόσταση μπορεί να δώσει απλώς μια νέα μορφή σε ένα πολύ παλιότερο ερώτημα:
«Μπορώ να επιλέξω αυτό που θέλω χωρίς να αισθάνομαι ότι πληγώνω τους ανθρώπους που αγαπώ;»
Πώς μπορεί να βοηθήσει η ψυχοθεραπεία;
Η ψυχοθεραπεία δεν έχει στόχο να σου πει αν πρέπει να μείνεις στο εξωτερικό, να επιστρέψεις στην Ελλάδα ή πόσο συχνά «πρέπει» να βρίσκεσαι κοντά στους γονείς σου.
Μπορεί όμως να δημιουργήσει έναν χώρο όπου θα μπορέσεις να κατανοήσεις καλύτερα την ενοχή σου.
Τι την ενεργοποιεί;
Ποιες προσδοκίες υπάρχουν πίσω από αυτήν;
Πόσο συνδέεται με τη σημερινή πραγματικότητα και πόσο με τον τρόπο που έχεις μάθει να σχετίζεσαι με τους ανθρώπους που αγαπάς;
Μέσα από τη Σχεσιακή Ψυχοδυναμική Ψυχοθεραπεία, μπορούμε να διερευνήσουμε τον τρόπο με τον οποίο οι σημαντικές σχέσεις της ζωής σου έχουν επηρεάσει το πώς βιώνεις σήμερα την εγγύτητα, την αυτονομία, την ευθύνη και τον αποχωρισμό.
Γιατί το να δημιουργήσεις τη δική σου ζωή δεν σημαίνει απαραίτητα ότι εγκαταλείπεις εκείνους που αγαπάς.
Ίσως σημαίνει ότι χρειάζεται να ανακαλύψεις έναν διαφορετικό τρόπο να είσαι κοντά τους χωρίς να χάνεις εσένα.
Δήμητρα Κατσιέρη
Ψυχολόγος – Ψυχοθεραπεύτρια
Σχεσιακή Ψυχοδυναμική Προσέγγιση
Παρέχω online ατομική και ομαδική ψυχοθεραπεία στα ελληνικά, με ιδιαίτερη εστίαση στις εμπειρίες και στις δυσκολίες που μπορεί να αναδύονται στη ζωή των Ελλήνων του εξωτερικού.
Πηγές & επιστημονική βιβλιογραφία
- Miyawaki, C. E., & Hooyman, N. R. (2023). A systematic review of the literature on transnational caregiving: immigrant adult children to ageing parents in home country. Journal of Family Studies, 29(1), 453–470.
- Baldassar, L. (2015). Guilty feelings and the guilt trip: Emotions and motivation in migration and transnational caregiving. Emotion, Space and Society, 16, 81–89.
- Amin, I., & Ingman, S. (2014). Eldercare in the transnational setting: Insights from Bangladeshi transnational families in the United States. Journal of Cross-Cultural Gerontology, 29, 315–328.
- Schiefer, D., et al. (2025). Feelings of Guilt When Caring for Parents Across Borders: The Role of Gender and Country-Specific Care Systems and Norms. Global Networks.
- Sethi, B., et al. (2025). Nature and Challenges of Transnational Family Caregiving: A Scoping Review.